← tfr.gr

Το τραύμα σαν content

30 Σεπ 2026

Δεν έχω πρόβλημα με το να μιλάνε οι άνθρωποι για ό,τι τους πόνεσε. Το αντίθετο. Αυτό που με απασχολεί είναι πιο δύσκολο να το πιάσω: η εξομολόγηση, που κάποτε γινόταν σε κάποιον που εμπιστευόμασταν, έχει αρχίσει να παίρνει μια μορφή που τη φτιάχνει το μέσο και όχι αυτός που μιλά.

Η κριτικός Catherine Liu, σε ένα δοκίμιο στο Noema το 2023, περιγράφει ένα τυποποιημένο σχήμα που η κοινωνιολόγος Eva Illouz έχει ονομάσει «αφήγημα τραύματος»: ένας αθώος πρωταγωνιστής συντρίβεται και μετά ανασυντίθεται ως επιζών. Όταν το διάβασα, αναγνώρισα κάτι που έβλεπα χωρίς να έχω λέξεις γι' αυτό. Οι ιστορίες ξεκινούν και τελειώνουν σχεδόν με τον ίδιο τρόπο, σαν να υπάρχει καλούπι. Μου φαίνεται ότι αυτό που κάνει μια ιστορία εύκολη να διαδοθεί, η αναγνωρισιμότητά της, είναι και αυτό που τη κάνει λιγότερο προσωπική. Το λέω ως εντύπωση, δεν το έχω τεκμηριώσει.

Το τραύμα ως κατηγορία, βέβαια, δεν γεννήθηκε στα social media. Η Liu θυμίζει ότι οι σύγχρονες ιδέες γι' αυτό ξεκινούν τον 19ο αιώνα, από τη νομική και ιατρική συζήτηση για τον «σιδηροδρομικό σπόνδυλο», δηλαδή για το ποιος ευθύνεται όταν ένα σιδηροδρομικό ατύχημα αφήνει κάποιον με νευρικά συμπτώματα. Αργότερα, η ένταξη της μετατραυματικής διαταραχής στο DSM-III το 1980 ήρθε μέσα από την υπεράσπιση των βετεράνων του Βιετνάμ από τον ψυχίατρο Robert Jay Lifton, και το βιβλίο της Judith Herman έδωσε ανάλογο πλαίσιο στη σεξουαλική βία. Αυτά ήταν πραγματικές κατακτήσεις. Άνθρωποι που δεν τους πίστευε κανείς απέκτησαν γλώσσα και αναγνώριση. Δείχνουν όμως και ότι το τραύμα ήταν πάντα δεμένο με θεσμούς, αποζημιώσεις και αναγνώριση. Οι Didier Fassin και Richard Rechtman, στο The Empire of Trauma (2009), το περιγράφουν ως ηθική γλώσσα μέσω της οποίας αναγνωρίζεται το θύμα.

Στη δημόσια σφαίρα, η μετάβαση από το ιδιωτικό στο θέαμα είναι παλιά. Η Liu αναφέρει ότι η Oprah Winfrey μίλησε το 1986 για τη σεξουαλική κακοποίηση που έζησε ως παιδί, και ότι το 2021 συν-δημιούργησε με τον πρίγκιπα Χάρι τη σειρά «The Me You Can't See» στο Apple TV+, όπου διάσημοι μιλούν για τις δικές τους εμπειρίες. Δεν κρίνω την ειλικρίνεια κανενός, και δεν νομίζω ότι μπορεί να κριθεί από απόσταση. Η ερώτησή μου είναι άλλη: όταν μια εξομολόγηση είναι ταυτόχρονα και μέρος μιας δημόσιας εικόνας, πώς ξεχωρίζει κανείς τι είναι τι; Ίσως δεν χρειάζεται να ξεχωρίσει. Σπάνια όμως βλέπω το ερώτημα να τίθεται.

Για το τι κάνουν οι πλατφόρμες με όλο αυτό, η Liu έχει μια συγκεκριμένη θέση, και καλό είναι να λέγεται ότι είναι δική της: υποστηρίζει ότι η αφήγηση τραύματος έχει αξιοποιηθεί για να γίνει η ψυχική υγεία κάτι που μοιράζεται και επεξεργάζεται συλλογικά στο διαδίκτυο, με εμπορικό όφελος για τις πλατφόρμες. Η Shoshana Zuboff, στο The Age of Surveillance Capitalism (2019), έχει δείξει ότι το μοντέλο τους στηρίζεται στη συλλογή δεδομένων συμπεριφοράς, και η ψυχική δυσφορία είναι δεδομένο όπως όλα τα άλλα. Το πιο χειροπιαστό παράδειγμα που βρήκα είναι η BetterHelp. Το 2023 η αμερικανική Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου (FTC) κατηγόρησε την πλατφόρμα διαδικτυακής συμβουλευτικής ότι μοιράστηκε ευαίσθητα δεδομένα με το Facebook και το Snapchat για διαφημιστικούς σκοπούς, και η εταιρεία συμφώνησε να πληρώσει 7,8 εκατομμύρια δολάρια. Για να είμαι δίκαιος, η BetterHelp δεν παραδέχτηκε ενοχή και λέει ότι δεν μοιράστηκε ονόματα ή κλινικά δεδομένα συνεδριών. Η υπόθεση αφορά δεδομένα και όχι αφηγήσεις. Δείχνει απλώς ότι τα στοιχεία για την ψυχική υγεία έχουν εμπορική αξία.

Υπάρχει και ένα πιο πεζό πρόβλημα, της ποιότητας της πληροφορίας. Το 2025 η Guardian έδωσε σε ψυχιάτρους και ψυχολόγους να αξιολογήσουν τα 100 πιο δημοφιλή βίντεο του TikTok με το hashtag #mentalhealthtips. Οι ειδικοί βρήκαν ότι τα 52 περιείχαν κάποια παραπληροφόρηση, ενώ πολλά άλλα ήταν αόριστα ή άχρηστα. Μεταξύ των προβλημάτων ήταν η λάθος χρήση θεραπευτικών όρων και οι υποσχέσεις ότι το τραύμα «θεραπεύεται» μέσα σε λίγη ώρα. Είναι δημοσιογραφική έρευνα με πάνελ ειδικών, όχι δημοσιευμένη επιστημονική μελέτη, και το δείγμα είναι μικρό. Το συμπέρασμα που μπορώ να βγάλω είναι προσεκτικό: το πιο ορατό περιεχόμενο δεν είναι απαραίτητα και το πιο αξιόπιστο. Ο Frank Furedi είχε γράψει ήδη το 2004, στο Therapy Culture, για το πώς η θεραπευτική γλώσσα απλώνεται σε όλο και περισσότερες πλευρές της ζωής, και τα βίντεο των τριάντα δευτερολέπτων μοιάζουν με την τελευταία εκδοχή αυτής της τάσης.

Υπάρχει και μια βαθύτερη εξήγηση, με την οποία συμφωνώ μερικώς. Η Liu λέει ότι η κουλτούρα του τραύματος γεμίζει ένα κενό στην πρόσβαση στην ψυχική φροντίδα: οι ιδιωτικές συνεδρίες είναι ακριβές, η ασφαλιστική περίθαλψη δίνει λίγες, και δεν προκαλεί έκπληξη ότι κάποιοι ψάχνουν νόημα σε διάσημους και στα social media. Ο Mark Fisher, στο Capitalist Realism (2009), μιλά για την «ιδιωτικοποίηση του άγχους»: ένας πόνος με κοινωνικές αιτίες παρουσιάζεται σαν ατομικό πρόβλημα που λύνεται ατομικά. Το πολιτικό συμπέρασμα της Liu, ότι χρειάζεται κοινωνικοποίηση της ψυχικής υγείας, είναι θέση και όχι γεγονός, και όποιος διαφωνεί έχει κάθε δικαίωμα. Η παρατήρηση για την πρόσβαση όμως μου φαίνεται δύσκολο να την αγνοήσει κανείς.

Ξέρω ότι δεν είμαι ο πρώτος που το λέει. Το 2021-22 η Parul Sehgal στο New Yorker και ο Will Self στο Harper's είχαν ήδη γράψει για την κούραση με το «αφήγημα τραύματος». Η Liu τούς κρίνει ότι έμειναν σε αισθητικά ζητήματα. Δεν ξέρω αν έχει δίκιο. Ξέρω πάντως ότι δεν μπορώ να αποδείξω τα κίνητρα κανενός. Δεν μπορώ να πω ότι οι influencers επαναλαμβάνουν τον πόνο τους για engagement, γιατί δεν το έχω δει τεκμηριωμένο, και δεν ισχυρίζομαι ότι η δημόσια συζήτηση δεν βοήθησε κανέναν. Σίγουρα βοήθησε.

Αυτό που θέλω, τελικά, είναι μέτριο. Να κρατάμε μια μικρή απόσταση όταν βλέπουμε μια ιστορία πόνου με τέλεια δομή: ποιος την ανέβασε, ποιος κερδίζει από την ορατότητά της, και τι γίνεται μετά. Και να θυμόμαστε ότι ο άνθρωπος που μιλά και το σχήμα που τον περιβάλλει δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Πηγές